τρολεατζής
•
- αργκόο οδηγός τρόλεϊ Βικιλεξικό
- Νωρίς το πρωί, ήμουν στη GN #563 (αν θυμάμαι καλά) και μας κορναρε ένας τρολεατζης να σταματήσουμε. Φτάνουμε στην στάση, κατεβαίνουν οι 2 οδηγοί και μας λέει ότι τρέχει πετρέλαιο από πίσω. (από φόρουμ, leoforeia.gr, 16/6/2022)
Ετυμολογία
τρολεατζής < τρόλεϊ + -ατζής < αγγλική trolley
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρολεατζής | τρολεατζήδες |
| Γενική | τρολεατζή | τρολεατζήδων |
| Αιτιατική | τρολεατζή | τρολεατζήδες |
| Κλητική | τρολεατζή | τρολεατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →