Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρομάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείομεγάλος τρόμος, λαχτάρα Βικιλεξικό
    • Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)

Ετυμολογία

τρομάρα < μεσαιωνική ελληνική τρομάρα < τρόμος + κατάληξη μεγεθυντικού -άρα < αρχαία ελληνική τρόμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρομάρατρομάρες
Γενικήτρομάρας—
Αιτιατικήτρομάρατρομάρες
Κλητικήτρομάρατρομάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →