τρομαγμένος
•
- αυτός που έχει τρομάξει, φοβισμένος Βικιλεξικό
- τα μάτια του ήτανε γουρλωμένα και με κοιτούσε τρομαγμένος
- αυτός που φανερώνει τρόμο Βικιλεξικό
- το ζώο τραβήχτηκε πίσω με τρομαγμένο βλέμμα
Ετυμολογία
τρομαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου τρομάζω
Άλλοι τύποι
τρομαγμένατρομαγμένετρομαγμένεςτρομαγμένητρομαγμένηςτρομαγμένοτρομαγμένοιτρομαγμένοςτρομαγμένουτρομαγμένουςτρομαγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →