τρομοκρατικός
•
- που έχει σχέση με την τρομοκρατία ή τους τρομοκράτες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρομοκρατικός < τρομοκράτης / τρομοκράτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρομοκρατικός | τρομοκρατική | τρομοκρατικό |
| Γενική | τρομοκρατικού | τρομοκρατικής | τρομοκρατικού |
| Αιτιατική | τρομοκρατικό | τρομοκρατική | τρομοκρατικό |
| Κλητική | τρομοκρατικέ | τρομοκρατική | τρομοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τρομοκρατικοί | τρομοκρατικές | τρομοκρατικά |
| Γενική | τρομοκρατικών | τρομοκρατικών | τρομοκρατικών |
| Αιτιατική | τρομοκρατικούς | τρομοκρατικές | τρομοκρατικά |
| Κλητική | τρομοκρατικοί | τρομοκρατικές | τρομοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →