Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρομοκρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την τρομοκρατία ή τους τρομοκράτες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρομοκρατικός < τρομοκράτης / τρομοκράτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρομοκρατικόςτρομοκρατικήτρομοκρατικό
Γενικήτρομοκρατικούτρομοκρατικήςτρομοκρατικού
Αιτιατικήτρομοκρατικότρομοκρατικήτρομοκρατικό
Κλητικήτρομοκρατικέτρομοκρατικήτρομοκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρομοκρατικοίτρομοκρατικέςτρομοκρατικά
Γενικήτρομοκρατικώντρομοκρατικώντρομοκρατικών
Αιτιατικήτρομοκρατικούςτρομοκρατικέςτρομοκρατικά
Κλητικήτρομοκρατικοίτρομοκρατικέςτρομοκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →