τροπάριο
•
- βυζαντινή μουσικήσύντομος εκκλησιαστικός ύμνος που αναφέρεται σε τιμώμενο πρόσωπο ή γεγονός Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός λέξεων ή εκφράσεων ή θέσεων που επιμένουμε να επαναλαμβάνουμε προκαλώντας ανία ή δυσαρέσκεια Βικιλεξικό
- μεταφορικάχρόνος που χρειάζεται για να ψαλεί ένατροπάριο Βικιλεξικό
- Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
Ετυμολογία
τροπάριο < ελληνιστική υποκοριστικό του τρόπος, (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική τροπάριον. Μορφολογικά αναλύεται σε (μελωδικός) τρόπ(ος) + -άριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροπάριο | τροπάρια |
| Γενική | τροπάριου / τροπαρίου | τροπαρίων |
| Αιτιατική | τροπάριο | τροπάρια |
| Κλητική | τροπάριο | τροπάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →