Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροπαιούχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει κατακτήσει κάποιο τρόπαιο, νικητής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροπαιούχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τροπαιοῦχος. Μορφολογικά αναλύεται σε τρόπαιο + -ούχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροπαιούχοςτροπαιούχοςτροπαιούχο
Γενικήτροπαιούχου—τροπαιούχου
Αιτιατικήτροπαιούχο—τροπαιούχο
Κλητικήτροπαιούχε—τροπαιούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροπαιούχοι—τροπαιούχα
Γενικήτροπαιούχων—τροπαιούχων
Αιτιατικήτροπαιούχους—τροπαιούχα
Κλητικήτροπαιούχοι—τροπαιούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →