Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροπείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. είδος μύλου για το άλεσμα ή την σύνθλιψη των ελιών Βικιλεξικό
    • Στη δεξιά πλευρά του σπιτιού βρέθηκε ολόκληρη η εγκατάσταση του λιοτριβιού. Σώζεται μάλιστα στη θέση του το τροπείο όπου αλεθόταν ο καρπός ενώ στην αυλή βρέθηκαν δύο λίθινες μυλόπετρες. (*)

Ετυμολογία

τροπείο < ελληνιστική κοινή τροπήϊον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτροπείοτροπεία
Γενικήτροπείουτροπείων
Αιτιατικήτροπείοτροπεία
Κλητικήτροπείοτροπεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →