τροπικοποίηση
•
- σπάνιοη διαδικασία προσαρμογής υλικών ή περιοχών, ώστε να αντέχουν τις συνθήκες τροπικού κλίματος (κάνοντάς τα ανθεκτικά στη θερμότητα και την υγρασία) Βικιλεξικό
- μετεωρολογίαη διαδικασία μεταβολής (αύξηση της θερμοκρασίας, μεταβολή στα μοτίβα βροχόπτωσης, αλλαγή στη χλωρίδα και πανίδα) του κλίματος μιας περιοχής προς το τροπικό κλίμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροπικοποίηση < τροπικός + -ο- + -ποίηση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική tropicalization ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική tropicalisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροπικοποίηση | τροπικοποιήσεις |
| Γενική | τροπικοποίησης | τροπικοποιήσεων |
| Αιτιατική | τροπικοποίηση | τροπικοποιήσεις |
| Κλητική | τροπικοποίηση | τροπικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →