τροπισμός
•
- βιολογία: φαινόμενο που παρουσιάζουν τα φυτά, ή επιμέρους όργανά τους, καθώς προσανατολίζονται κάμπτοντας, θετικά ή αρνητικά, όταν επιδρούν πάνω σ' αυτά εξωτερικά ερεθίσματα κατεύθυνσης Βικιλεξικό
- βιολογία: η προτίμηση των παθογόνων μικροοργανισμών προς συγκεκριμένα κύτταρα Βικιλεξικό
- ο κορονοϊός εμφανίζει τροπισμό προς τα πνευμονικά κύτταρα
Ετυμολογία
τροπισμός < τροπή + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροπισμός | τροπισμοί |
| Γενική | τροπισμού | τροπισμών |
| Αιτιατική | τροπισμό | τροπισμούς |
| Κλητική | τροπισμέ | τροπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →