Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροπολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάη διατύπωση με διαφορετικό λεκτικό ή με διαφορετικές λεπτομέρειες Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςτο σύντομο κείμενο που εισάγεται σε σχέδιο νόμου και επιφέρει τροποποιήσεις ή συμπληρώνει ήδη υπάρχοντα νόμο Βικιλεξικό
    • Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 https://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2003:0719:FIN:EL:PDF)

Ετυμολογία

τροπολογία < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική amendement < ελληνιστική τροπολογία (αλληγορική έκφραση, κάτι που λέγεται με άλλο τρόπο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτροπολογίατροπολογίες
Γενικήτροπολογίαςτροπολογιών
Αιτιατικήτροπολογίατροπολογίες
Κλητικήτροπολογίατροπολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →