τροποποιητής
•
- κάποιος ή κάτι που τροποποιεί Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςη δεσμευμένη λέξη (reserved word) που εξειδικεύει τη σημασιολογία μίας εντολής ή τμήματος κώδικα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροποποιητής < (τροποποιώ) τροποποιη- + -τής, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική modifier)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροποποιητής | τροποποιητές |
| Γενική | τροποποιητή | τροποποιητών |
| Αιτιατική | τροποποιητή | τροποποιητές |
| Κλητική | τροποποιητή | τροποποιητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →