τροποποιούμαι
•
- με αλλάζουν ή αλλάζω, υφίσταμαι τροποποιήσεις, μεταβολές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροποποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος τροποποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τροποποιούμαι | τροποποιείσαι | τροποποιείται | τροποποιούμαστε | τροποποιείστε | τροποποιούνται |
| Παρατατικός | τροποποιούμουν | τροποποιούσουν | τροποποιούνταν | τροποποιούμασταν / τροποποιούμαστε | τροποποιούσασταν / τροποποιούσαστε | τροποποιούνταν |
| Αόριστος | τροποποιήθηκα | τροποποιήθηκες | τροποποιήθηκε | τροποποιηθήκαμε | τροποποιηθήκατε | τροποποιήθηκαν / τροποποιηθήκαν / τροποποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα τροποποιηθώ / θα τροποποιούμαι | θα τροποποιείσαι / θα τροποποιηθείς | θα τροποποιείται / θα τροποποιηθεί | θα τροποποιηθούμε / θα τροποποιούμαστε | θα τροποποιείστε / θα τροποποιηθείτε | θα τροποποιηθούν / θα τροποποιηθούνε / θα τροποποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω τροποποιηθεί | έχεις τροποποιηθεί | έχει τροποποιηθεί | έχουμε τροποποιηθεί | έχετε τροποποιηθεί | έχουν τροποποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα τροποποιηθεί | είχες τροποποιηθεί | είχε τροποποιηθεί | είχαμε τροποποιηθεί | είχατε τροποποιηθεί | είχαν τροποποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω τροποποιηθεί / να τροποποιηθώ / να τροποποιούμαι | να έχεις τροποποιηθεί / να τροποποιείσαι / να τροποποιηθείς | να έχει τροποποιηθεί / να τροποποιείται / να τροποποιηθεί | να έχουμε τροποποιηθεί / να τροποποιηθούμε / να τροποποιούμαστε | να έχετε τροποποιηθεί / να τροποποιείστε / να τροποποιηθείτε | να έχουν τροποποιηθεί / να τροποποιηθούν / να τροποποιηθούνε / να τροποποιούνται |
| Προστακτική | — | τροποποιήσου | — | — | τροποποιείστε / τροποποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →