Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρουλοσκεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει στην στέγη του τρούλο (όρος για βυζαντινούς ναούς κυρίως) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρουλοσκεπής < τρούλος + -σκεπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρουλοσκεπήςτρουλοσκεπήςτρουλοσκεπές
Γενικήτρουλοσκεπούςτρουλοσκεπούςτρουλοσκεπούς
Αιτιατικήτρουλοσκεπήτρουλοσκεπήτρουλοσκεπές
Κλητικήτρουλοσκεπή / τρουλοσκεπήςτρουλοσκεπήςτρουλοσκεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρουλοσκεπείςτρουλοσκεπείςτρουλοσκεπή
Γενικήτρουλοσκεπώντρουλοσκεπώντρουλοσκεπών
Αιτιατικήτρουλοσκεπείςτρουλοσκεπείςτρουλοσκεπή
Κλητικήτρουλοσκεπείςτρουλοσκεπείςτρουλοσκεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →