τροφικός
•
- που έχει σχέση με την τροφή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- «Ξέρεις - ήταν νοροϊός; Ή απλά τροφική δηλητηρίαση; Γιατί αν ήταν τροφική δηλητηρίαση, δεν είναι μεταδοτική. Ο νοροϊός, από την άλλη πλευρά;» (Elizabeth Spann Craig, μεταφράστρια: Κωνσταντίνα Καραμπέτσου, Κρουαζιέρα με Φόνο, 2024)
- που έχει σχέση με τη θρέψη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροφικός < ελληνιστική κοινή τροφικός < αρχαία ελληνική τροφή < τρέφω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική alimentaire ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική trophique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τροφικός | τροφική | τροφικό |
| Γενική | τροφικού | τροφικής | τροφικού |
| Αιτιατική | τροφικό | τροφική | τροφικό |
| Κλητική | τροφικέ | τροφική | τροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τροφικοί | τροφικές | τροφικά |
| Γενική | τροφικών | τροφικών | τροφικών |
| Αιτιατική | τροφικούς | τροφικές | τροφικά |
| Κλητική | τροφικοί | τροφικές | τροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →