τροφοδοτικός
•
- που τροφοδοτεί, έχει σχέση με την τροφοδοσία, τον τροφοδότη ή το τροφοδοτικό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτροφοδοτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροφοδοτικός < τροφοδότης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τροφοδοτικός | τροφοδοτική | τροφοδοτικό |
| Γενική | τροφοδοτικού | τροφοδοτικής | τροφοδοτικού |
| Αιτιατική | τροφοδοτικό | τροφοδοτική | τροφοδοτικό |
| Κλητική | τροφοδοτικέ | τροφοδοτική | τροφοδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τροφοδοτικοί | τροφοδοτικές | τροφοδοτικά |
| Γενική | τροφοδοτικών | τροφοδοτικών | τροφοδοτικών |
| Αιτιατική | τροφοδοτικούς | τροφοδοτικές | τροφοδοτικά |
| Κλητική | τροφοδοτικοί | τροφοδοτικές | τροφοδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →