Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροφοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τροφοδοτεί, έχει σχέση με την τροφοδοσία, τον τροφοδότη ή το τροφοδοτικό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτροφοδοτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροφοδοτικός < τροφοδότης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροφοδοτικόςτροφοδοτικήτροφοδοτικό
Γενικήτροφοδοτικούτροφοδοτικήςτροφοδοτικού
Αιτιατικήτροφοδοτικότροφοδοτικήτροφοδοτικό
Κλητικήτροφοδοτικέτροφοδοτικήτροφοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροφοδοτικοίτροφοδοτικέςτροφοδοτικά
Γενικήτροφοδοτικώντροφοδοτικώντροφοδοτικών
Αιτιατικήτροφοδοτικούςτροφοδοτικέςτροφοδοτικά
Κλητικήτροφοδοτικοίτροφοδοτικέςτροφοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →