τροφοδοτώ
•
- δίνω τροφή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαρέχω τα απαραίτητα για τη λειτουργία ενός συστήματος, ενός μηχανήματος κ.λπ. Βικιλεξικό
- τροφοδοτώ τον κινητήρα με καύσιμο
- δίνω κάτι συστηματικά και χωρίς διακοπή Βικιλεξικό
- η φωτοβολταϊκή εγκατάσταση τροφοδοτεί με ηλεκτρική ενέργεια τις ανάγκες του σπιτιού μας
- στηρίζω, ενισχύω, συντηρώ μια κατάσταση ή ένα φαινόμενο Βικιλεξικό
- η οικονομική κρίση τροφοδοτεί την ανησυχία για το μέλλον
- αθλητισμόςδίνω τη μπάλα σε συμπαίκτη, ώστε να συνεχίσει την επίθεση της ομάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροφοδοτώ < τροφή + -ο- + -δοτώ (< αρχαία ελληνική δίδωμι) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1856
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τροφοδοτώ | τροφοδοτείς | τροφοδοτεί | τροφοδοτούμε | τροφοδοτείτε | τροφοδοτούν / τροφοδοτούνε |
| Παρατατικός | τροφοδοτούσα | τροφοδοτούσες | τροφοδοτούσε | τροφοδοτούσαμε | τροφοδοτούσατε | τροφοδοτούσαν / τροφοδοτούσανε |
| Αόριστος | τροφοδότησα | τροφοδότησες | τροφοδότησε | τροφοδοτήσαμε | τροφοδοτήσατε | τροφοδοτήσαν / τροφοδοτήσανε / τροφοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα τροφοδοτήσω / θα τροφοδοτώ | θα τροφοδοτήσεις / θα τροφοδοτείς | θα τροφοδοτήσει / θα τροφοδοτεί | θα τροφοδοτήσουμε / θα τροφοδοτούμε | θα τροφοδοτήσετε / θα τροφοδοτείτε | θα τροφοδοτήσουν / θα τροφοδοτήσουνε / θα τροφοδοτούν / θα τροφοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω τροφοδοτήσει | έχεις τροφοδοτήσει | έχει τροφοδοτήσει | έχουμε τροφοδοτήσει | έχετε τροφοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τροφοδοτήσει | είχες τροφοδοτήσει | είχε τροφοδοτήσει | είχαμε τροφοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τροφοδοτήσει / να τροφοδοτήσω / να τροφοδοτώ | να έχεις τροφοδοτήσει / να τροφοδοτήσεις / να τροφοδοτείς | να έχει τροφοδοτήσει / να τροφοδοτήσει / να τροφοδοτεί | να έχουμε τροφοδοτήσει / να τροφοδοτήσουμε / να τροφοδοτούμε | να έχετε τροφοδοτήσει / να τροφοδοτήσετε / να τροφοδοτείτε | να τροφοδοτήσουν / να τροφοδοτήσουνε / να τροφοδοτούν / να τροφοδοτούνε |
| Προστακτική | — | τροφοδότησε | — | — | τροφοδοτήστε / τροφοδοτείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τροφοδοτούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →