Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχήλατος

/tɾoˈçi.la.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κινείται με τροχούς Βικιλεξικό
    • Ήταν ένας «μαντράς», ξέρεις έχει μάντρα με μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, αυτός αγόραζε και σκάφη και τα είχε και αυτά με τα τροχήλατα στη μάντρα! (Αριστομένης Φλουράκης, Τα θαύματα των Χαιρετισμών…σήμερα, εκδ. Γράμμα-Πρόμαχος, 2018, σ. 186-189)

Ετυμολογία

τροχήλατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τροχήλατος < τροχ(ός) + -ήλατος (< ἐλαύνω) :* Και ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο, το τροχήλατο.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχήλατοςτροχήλατητροχήλατο
Γενικήτροχήλατουτροχήλατηςτροχήλατου
Αιτιατικήτροχήλατοτροχήλατητροχήλατο
Κλητικήτροχήλατετροχήλατητροχήλατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχήλατοιτροχήλατεςτροχήλατα
Γενικήτροχήλατωντροχήλατωντροχήλατων
Αιτιατικήτροχήλατουςτροχήλατεςτροχήλατα
Κλητικήτροχήλατοιτροχήλατεςτροχήλατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →