Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχαίο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ατύχημα από σύγκρουση με τροχοφόρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τροχαίο

επίθετο
•
  1. τροχαίος, στην αιτιατική του ενικού Βικιλεξικό
  2. στην ονομαστική του ενικού Βικιλεξικό
  3. στην αιτιατική του ενικού Βικιλεξικό
  4. στην κλητική του ενικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →