τροχαδάκι
•
- τρέξιμο με μέτρια ταχύτητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροχαδάκι < τροχάδ(ην) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροχαδάκι | τροχαδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | τροχαδάκι | τροχαδάκια |
| Κλητική | τροχαδάκι | τροχαδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →