Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχαδάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τρέξιμο με μέτρια ταχύτητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροχαδάκι < τροχάδ(ην) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτροχαδάκιτροχαδάκια
Γενική——
Αιτιατικήτροχαδάκιτροχαδάκια
Κλητικήτροχαδάκιτροχαδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →