τροχαλία
•
- εξάρτηματροχός του οποίου η στεφάνη έχει αύλακα κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εφαρμόσει σε αυτήν ένα σχοινί· χρησιμοποιείται για την ανύψωση βαρών Βικιλεξικό
- Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)
- σταθερή ή πάγια τροχαλία: τροχαλία στερεωμένη σε σταθερό σημείο
- κινητή ή ελεύθερη τροχαλία: τροχαλία κινούμενη ελεύθερα
- τροχαλία με ιμάντα: τροχός σε μηχανή που περιστρέφεται και και μεταδίδει με ιμάντα την κίνησή του σε άλλα τμήματα της μηχανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροχαλία < αρχαία ελληνική < τροχίλος < τροχός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροχαλία | τροχαλίες |
| Γενική | τροχαλίας | τροχαλιών |
| Αιτιατική | τροχαλία | τροχαλίες |
| Κλητική | τροχαλία | τροχαλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →