Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μετρικήπου έχει σχέση με τον τροχαίο μετρικό πόδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροχαϊκός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τροχαϊκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχαϊκόςτροχαϊκήτροχαϊκό
Γενικήτροχαϊκούτροχαϊκήςτροχαϊκού
Αιτιατικήτροχαϊκότροχαϊκήτροχαϊκό
Κλητικήτροχαϊκέτροχαϊκήτροχαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχαϊκοίτροχαϊκέςτροχαϊκά
Γενικήτροχαϊκώντροχαϊκώντροχαϊκών
Αιτιατικήτροχαϊκούςτροχαϊκέςτροχαϊκά
Κλητικήτροχαϊκοίτροχαϊκέςτροχαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →