τροχείο
•
- λόγιοεργαστήρι στο οποίο ακονίζονται εργαλεία κοπής Βικιλεξικό
- λόγιοσυσκευή που έχει την δυνατότητα να πραγματοποιήσει την παραπάνω εργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροχείο < ελληνιστική κοινή τροχεῖον (παράλληλος τύπος του τρόχιον, υποκοριστικό του αρχαία ελληνική τροχός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τροχείο | τροχεία |
| Γενική | τροχείου | τροχείων |
| Αιτιατική | τροχείο | τροχεία |
| Κλητική | τροχείο | τροχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →