Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχιοδεικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τροχιοδείκτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροχιοδεικτικός < τροχιοδείκτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχιοδεικτικόςτροχιοδεικτικήτροχιοδεικτικό
Γενικήτροχιοδεικτικούτροχιοδεικτικήςτροχιοδεικτικού
Αιτιατικήτροχιοδεικτικότροχιοδεικτικήτροχιοδεικτικό
Κλητικήτροχιοδεικτικέτροχιοδεικτικήτροχιοδεικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχιοδεικτικοίτροχιοδεικτικέςτροχιοδεικτικά
Γενικήτροχιοδεικτικώντροχιοδεικτικώντροχιοδεικτικών
Αιτιατικήτροχιοδεικτικούςτροχιοδεικτικέςτροχιοδεικτικά
Κλητικήτροχιοδεικτικοίτροχιοδεικτικέςτροχιοδεικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →