τροχιοδρομικός
•
- που έχει σχέση με τον τροχιόδρομο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροχιοδρομικός < τροχιόδρομος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τροχιοδρομικός | τροχιοδρομική | τροχιοδρομικό |
| Γενική | τροχιοδρομικού | τροχιοδρομικής | τροχιοδρομικού |
| Αιτιατική | τροχιοδρομικό | τροχιοδρομική | τροχιοδρομικό |
| Κλητική | τροχιοδρομικέ | τροχιοδρομική | τροχιοδρομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τροχιοδρομικοί | τροχιοδρομικές | τροχιοδρομικά |
| Γενική | τροχιοδρομικών | τροχιοδρομικών | τροχιοδρομικών |
| Αιτιατική | τροχιοδρομικούς | τροχιοδρομικές | τροχιοδρομικά |
| Κλητική | τροχιοδρομικοί | τροχιοδρομικές | τροχιοδρομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →