Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τροχιστή ή τρόχισμα ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοτροχιστικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τροχιστικός < τροχιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχιστικόςτροχιστικήτροχιστικό
Γενικήτροχιστικούτροχιστικήςτροχιστικού
Αιτιατικήτροχιστικότροχιστικήτροχιστικό
Κλητικήτροχιστικέτροχιστικήτροχιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχιστικοίτροχιστικέςτροχιστικά
Γενικήτροχιστικώντροχιστικώντροχιστικών
Αιτιατικήτροχιστικούςτροχιστικέςτροχιστικά
Κλητικήτροχιστικοίτροχιστικέςτροχιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →