τροχοδρομώ
•
- αεροπορικός όροςμετακινούμαι σε ειδικούς τροχόδρομους σε κάποιο αεροδρόμιο ή κάνω σχετικούς ελιγμούς για προσγείωση, απογείωση κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τροχοδρομώ < τροχόδρομος + -ώ, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική taxi
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τροχοδρομώ | τροχοδρομείς | τροχοδρομεί | τροχοδρομούμε | τροχοδρομείτε | τροχοδρομούν / τροχοδρομούνε |
| Παρατατικός | τροχοδρομούσα | τροχοδρομούσες | τροχοδρομούσε | τροχοδρομούσαμε | τροχοδρομούσατε | τροχοδρομούσαν / τροχοδρομούσανε |
| Αόριστος | τροχοδρόμησα | τροχοδρόμησες | τροχοδρόμησε | τροχοδρομήσαμε | τροχοδρομήσατε | τροχοδρομήσαν / τροχοδρομήσανε / τροχοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα τροχοδρομήσω / θα τροχοδρομώ | θα τροχοδρομήσεις / θα τροχοδρομείς | θα τροχοδρομήσει / θα τροχοδρομεί | θα τροχοδρομήσουμε / θα τροχοδρομούμε | θα τροχοδρομήσετε / θα τροχοδρομείτε | θα τροχοδρομήσουν / θα τροχοδρομήσουνε / θα τροχοδρομούν / θα τροχοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω τροχοδρομήσει | έχεις τροχοδρομήσει | έχει τροχοδρομήσει | έχουμε τροχοδρομήσει | έχετε τροχοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τροχοδρομήσει | είχες τροχοδρομήσει | είχε τροχοδρομήσει | είχαμε τροχοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τροχοδρομήσει / να τροχοδρομήσω / να τροχοδρομώ | να έχεις τροχοδρομήσει / να τροχοδρομήσεις / να τροχοδρομείς | να έχει τροχοδρομήσει / να τροχοδρομήσει / να τροχοδρομεί | να έχουμε τροχοδρομήσει / να τροχοδρομήσουμε / να τροχοδρομούμε | να έχετε τροχοδρομήσει / να τροχοδρομήσετε / να τροχοδρομείτε | να τροχοδρομήσουν / να τροχοδρομήσουνε / να τροχοδρομούν / να τροχοδρομούνε |
| Προστακτική | — | τροχοδρόμει / τροχοδρόμησε | — | — | τροχοδρομήστε / τροχοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →