Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχοεμποδιστήρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοσυνώνυμο του τσοκ, τάκος ακινητοποίησης τροχών σταθμευμένων αεροπλάνων Βικιλεξικό
    • Το συμβάν έλαβε χώρα κατά την στάθμευση του α/φους όταν την στιγμή της πεδήσεως για ακινητοποίηση, πτέρυγα της αριστεράς έλικος χτύπησε σε τροχοεμποδιστήρα (chock) που βρισκόταν στην πίστα σε μικρή απόσταση εμπρός από τις διαγραμμίσεις σταθμεύσεως (στο «Πόρισμα διερευνήσεως συμβάντος αεροπλάνου SX-APD 31 Μαΐου 2002, 15/2003», σ. 1 [= σ. 4 του pdf], διαθέσιμο ιστότοπος Επιτροπή Διερευνήσεως Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων· πρόσβαση: 2020-09-17)

Ετυμολογία

τροχοεμποδιστήρας (νεολογισμός) < τροχ(ός) + -ο- + (εμποδίζω) εμποδισ- + -τήρας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτροχοεμποδιστήραςτροχοεμποδιστήρες
Γενικήτροχοεμποδιστήρατροχοεμποδιστήρων
Αιτιατικήτροχοεμποδιστήρατροχοεμποδιστήρες
Κλητικήτροχοεμποδιστήρατροχοεμποδιστήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →