Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τροχοπεδικός

/tɾo.xo.pe.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται ή αναφέρεται στην τροχοπέδη Βικιλεξικό
    • Ο Τροχοπεδικός Όμιλος

Ετυμολογία

τροχοπεδικός < τροχοπέδ(η) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχοπεδικόςτροχοπεδικήτροχοπεδικό
Γενικήτροχοπεδικούτροχοπεδικήςτροχοπεδικού
Αιτιατικήτροχοπεδικότροχοπεδικήτροχοπεδικό
Κλητικήτροχοπεδικέτροχοπεδικήτροχοπεδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτροχοπεδικοίτροχοπεδικέςτροχοπεδικά
Γενικήτροχοπεδικώντροχοπεδικώντροχοπεδικών
Αιτιατικήτροχοπεδικούςτροχοπεδικέςτροχοπεδικά
Κλητικήτροχοπεδικοίτροχοπεδικέςτροχοπεδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →