Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρυγία

/tɾiˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κατακάθι του κρασιού εκεί όπου έχει αποθηκευτεί (όπως βαρέλι ή δεξαμενή Βικιλεξικό
  2. ιατρικήη πέτρα των δοντιών κοντά στα ούλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρυγία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρυγία. Συγκρίνετε με το τρυγιά.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτρυγίατρυγίες
Γενικήτρυγίαςτρυγιών
Αιτιατικήτρυγίατρυγίες
Κλητικήτρυγίατρυγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →