τρυγία
•
- κατακάθι του κρασιού εκεί όπου έχει αποθηκευτεί (όπως βαρέλι ή δεξαμενή Βικιλεξικό
- ιατρικήη πέτρα των δοντιών κοντά στα ούλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρυγία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρυγία. Συγκρίνετε με το τρυγιά.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρυγία | τρυγίες |
| Γενική | τρυγίας | τρυγιών |
| Αιτιατική | τρυγία | τρυγίες |
| Κλητική | τρυγία | τρυγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →