τρυπάκι
•
- διαδικασία, φάση ή κατάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρυπάκι < τρύπ(α) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρυπάκι | τρυπάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | τρυπάκι | τρυπάκια |
| Κλητική | τρυπάκι | τρυπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →