τρυπανίζω
•
- ανοίγω τρύπα, τρυπάω με τρυπάνι Βικιλεξικό
- ανοίγω σήραγγα ή στοά χρησιμοποιώντας τρυπάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρυπανίζω (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρυπανίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε τρυπάν(ι) + -ίζω. Δείτε και τη γαλλική trépaner και με ιατρική σημασία.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τρυπανίζω | τρυπανίζεις | τρυπανίζει | τρυπανίζουμε | τρυπανίζετε | τρυπανίζουν / τρυπανίζουνε |
| Παρατατικός | τρυπάνιζα | τρυπάνιζες | τρυπάνιζε | τρυπανίζαμε | τρυπανίζατε | τρυπάνιζαν / τρυπανίζαν / τρυπανίζανε |
| Αόριστος | τρυπάνισα | τρυπάνισες | τρυπάνισε | τρυπανίσαμε | τρυπανίσατε | τρυπάνισαν / τρυπανίσαν / τρυπανίσανε |
| Μέλλοντας | θα τρυπανίζω / θα τρυπανίσω | θα τρυπανίζεις / θα τρυπανίσεις | θα τρυπανίζει / θα τρυπανίσει | θα τρυπανίζουμε / θα τρυπανίσουμε | θα τρυπανίζετε / θα τρυπανίσετε | θα τρυπανίζουν / θα τρυπανίζουνε / θα τρυπανίσουν / θα τρυπανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τρυπανίσει | έχεις τρυπανίσει | έχει τρυπανίσει | έχουμε τρυπανίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τρυπανίσει | είχες τρυπανίσει | είχε τρυπανίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τρυπανίσει / να τρυπανίζω / να τρυπανίσω | να έχεις τρυπανίσει / να τρυπανίζεις / να τρυπανίσεις | να έχει τρυπανίσει / να τρυπανίζει / να τρυπανίσει | να έχουμε τρυπανίσει / να τρυπανίζουμε / να τρυπανίσουμε | να τρυπανίζετε / να τρυπανίσετε | να τρυπανίζουν / να τρυπανίζουνε / να τρυπανίσουν / να τρυπανίσουνε |
| Προστακτική | — | τρυπάνιζε / τρυπάνισε | — | — | τρυπανίζετε / τρυπανίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τρυπανίστηκατρυπανίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →