τρυπώνω
•
- προφορικόμπαίνω σε κάποιο μέρος, προκειμένου να κρυφτώ Βικιλεξικό
- προφορικότοποθετώ σε κάποιο μέρος κάτι, προκειμένου να το κρύψω Βικιλεξικό
- προφορικόβρίσκω δουλειά αξιοποιώντας ποικίλες ευκαιρίες Βικιλεξικό
- μεταβατικόράβω με πρόχειρες βελονιές, πριν από το γάζωμα Βικιλεξικό
- Τρυπώστε με σχετικά πυκνή βελονιά γύρω-γύρω το ύφασμα (Μια πελότα για τις καρφίτσες σας, periodikocreativity.gr, ανακτήθηκε στις 29/12/2024 https://periodikocreativity.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%86%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%82-%CF%83%CE%B1%CF%82/)
Ετυμολογία
τρυπώνω < τρύπα + -ώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →