τρυφερίτσα
•
- οικείοερωτοτροπία Βικιλεξικό
- ιδιωματικόθηραϊκά: κοινωνία (βγαίνω στην τρυφερίτσα = βγαίνω στην κοινωνία), και για παιδιά που μπαίνουν από την παιδική στην εφηβική ηλικία Βικιλεξικό
- Τα παραπάνω πρέπει να απαιτηθούν από τους γονείς των λαικών οικογενειών του νησιού μας, διεκδικώντας τα από την κυβέρνηση ... και τους βουλευτές της, που ήδη βγήκαν στην τρυφερίτσα υποσχόμενοι ψέματα και κούφια λόγια και ζητούν τη ψήφο μας. (Λαϊκή Συσπείρωση Θήρας: «Μεγάλη η ευθύνη της Κυβέρνησης για την αδιέξοδη κατάσταση στα νηπιαγωγεία», santorinipress.gr, 18/6/2019 https://santorinipress.gr/laiki-syspeirosi-thiras-megali-i-efthyni-tis-kyvernisis-gia-tin-adieksodi-katastasi-sta-nipiagogeia/)
- σπάνιοπαρόμοια έννοια με την παραπάνω, αλλά με αρνητική χροιά Βικιλεξικό
- Το σκυλί σου, Γεωργούλα μου, βγαίνει στην τρυφερίτσα (Παροιμίες, 1909, Γορτυνία, με Σχόλια / Περίσταση εκφοράς από τον μελετητή: «Κακία», στο σχετικό λήμμα από το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας)
Ετυμολογία
τρυφερίτσα < τρυφερός + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρυφερίτσα | τρυφερίτσες |
| Γενική | τρυφερίτσας | — |
| Αιτιατική | τρυφερίτσα | τρυφερίτσες |
| Κλητική | τρυφερίτσα | τρυφερίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →