Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρυφεραίνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι τρυφερό Βικιλεξικό
  2. αμετάβατογίνομαι ο ίδιος τρυφερός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρυφεραίνω < ελληνιστική κοινή τρυφεραίνομαι < αρχαία ελληνική τρυφερός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτρυφεραίνωτρυφεραίνειςτρυφεραίνειτρυφεραίνουμετρυφεραίνετετρυφεραίνουν / τρυφεραίνουνε
Παρατατικόςτρυφέραινατρυφέραινεςτρυφέραινετρυφεραίναμετρυφεραίνατετρυφέραιναν / τρυφεραίναν / τρυφεραίνανε
Αόριστοςτρυφέρανατρυφέρανεςτρυφέρανετρυφεράναμετρυφεράνατετρυφέραναν / τρυφεράναν / τρυφεράνανε
Μέλλονταςθα τρυφεράνω / θα τρυφεραίνωθα τρυφεράνεις / θα τρυφεραίνειςθα τρυφεράνει / θα τρυφεραίνειθα τρυφεράνουμε / θα τρυφεραίνουμεθα τρυφεράνετε / θα τρυφεραίνετεθα τρυφεράνουν / θα τρυφεράνουνε / θα τρυφεραίνουν / θα τρυφεραίνουνε
Παρακείμενοςέχω τρυφεράνειέχεις τρυφεράνειέχει τρυφεράνειέχουμε τρυφεράνειέχετε τρυφεράνει—
Υπερσυντέλικοςείχα τρυφεράνειείχες τρυφεράνειείχε τρυφεράνειείχαμε τρυφεράνειείχατε τρυφεράνει—
Υποτακτικήνα έχω τρυφεράνει / να τρυφεράνω / να τρυφεραίνωνα έχεις τρυφεράνει / να τρυφεράνεις / να τρυφεραίνειςνα έχει τρυφεράνει / να τρυφεράνει / να τρυφεραίνεινα έχουμε τρυφεράνει / να τρυφεράνουμε / να τρυφεραίνουμενα έχετε τρυφεράνει / να τρυφεράνετε / να τρυφεραίνετενα τρυφεράνουν / να τρυφεράνουνε / να τρυφεραίνουν / να τρυφεραίνουνε
Προστακτική—τρυφέραινε / τρυφέρανε——τρυφεράνετε / τρυφεραίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →