τρυφερούδι
•
- οικείοπολύ μικρό παιδί ή ζώο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρυφερούδι < τρυφερ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρυφερούδι | τρυφερούδια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | τρυφερούδι | τρυφερούδια |
| Κλητική | τρυφερούδι | τρυφερούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →