τρωγλοδύτης
•
- άνθρωπος που κατοικεί μέσα σε σπηλιά, τρώγλη Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος που ζει μέσα σε πρόχειρα καταλύματα Βικιλεξικό
- ζώοο τρυποκάρυδος ή τρυποφράχτης Βικιλεξικό
- ζώοο χιμπατζής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρωγλοδύτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Τρωγλοδῦται (για κατοίκους της Αφρικής που ζούσαν σε σπηλιές) :* για τον τρυποκάρυδο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρωγλοδύτης :* για τον χιμπατζή < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική troglodyte (< αρχαία ελληνική τρωγλοδύτης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρωγλοδύτης | τρωγλοδύτες |
| Γενική | τρωγλοδύτη | τρωγλοδυτών |
| Αιτιατική | τρωγλοδύτη | τρωγλοδύτες |
| Κλητική | τρωγλοδύτη | τρωγλοδύτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →