τρωκτικό
•
- είδος θηλαστικού μικρόσωμου ζώου, που χαρακτηρίζεται από πολύ δυνατούς κοπτήρες που του χρησιμεύουν στο ροκάνισμα της τροφής Βικιλεξικό
- Η Νίνα έφερε στο μυαλό της τα αψιά χαρακτηριστικά τρωκτικού και τη στραβοχυμένη κοψιά του τύπου, μαζί με την άμετρη μπουρδολογία και την υπερβολή των θεατρινίστικων κινήσεών του (Λίνα Βαρότση, Σήκω από πάνω μου, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
- μεταφορικάάνθρωπος που ροκανίζει τον ξένο πλούτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρωκτικό < 1. (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρωκτικός (άπληστος, αδηφάγος), ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τρωκτικός :2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rongeur (στη σημασία είδος θηλαστικού ζώου)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρωκτικό | τρωκτικά |
| Γενική | τρωκτικού | τρωκτικών |
| Αιτιατική | τρωκτικό | τρωκτικά |
| Κλητική | τρωκτικό | τρωκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →