Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρωκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. καθαρεύουσααδηφάγος, λαίμαργος, άπληστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τρωκτικός < αρχαία ελληνική τρωκτικός < τρωκτός < τρώγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρωκτικόςτρωκτική / τρωκτικητρωκτικο / τρωκτικό
Γενικήτρωκτικούτρωκτικήςτρωκτικού
Αιτιατικήτρωκτικότρωκτικήτρωκτικό
Κλητικήτρωκτικέτρωκτικήτρωκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτρωκτικοίτρωκτικέςτρωκτικά
Γενικήτρωκτικώντρωκτικώντρωκτικών
Αιτιατικήτρωκτικούςτρωκτικέςτρωκτικά
Κλητικήτρωκτικοίτρωκτικέςτρωκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →