τρόπος
•
- το σύστημα, η μέθοδος, το πώς γίνεται κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάφέρσιμο, διαγωγή (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
- Μα τι τρόπος είναι αυτός! να φέρεσαι πιο ευγενικά!
- Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- αρχαία ελληνική μουσικήοι επιλεγμένοι φθόγγοι (συνήθως επτά) μέσα στο διάστημα μιας οκτάβας, με προκαθορισμένη απόσταση διαστημάτων μεταξύ τους, στους οποίους κινείται μία μελωδία Βικιλεξικό
- μουσικήοι επιλεγμένοι φθόγγοι (συνήθως επτά) μέσα στο διάστημα μιας οκτάβας, με προκαθορισμένη απόσταση διαστημάτων μεταξύ τους, στους οποίους κινείται μία μελωδία Βικιλεξικό
- μουσικήοι επιλεγμένοι φθόγγοι (συνήθως επτά) μέσα στο διάστημα μιας οκτάβας, με προκαθορισμένη απόσταση διαστημάτων μεταξύ τους, στους οποίους κινείται μία μελωδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρόπος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική τρόπος. Δείτε και τρέπω.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρόπος | τρόποι |
| Γενική | τρόπου | τρόπων |
| Αιτιατική | τρόπο | τρόπους |
| Κλητική | τρόπε | τρόποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →