τρόφιμο
•
- συνήθως στον πληθυντικόοτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει τροφή για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα ως προϊόν που μπορεί να αγοραστεί, αποθηκευτεί κλπ Βικιλεξικό
- Άσχημα παρασκευασμένον, με ελλιπείς ποσότητας τροφίμων, συσσίτιον, αυθαιρεσία και ρεμούλα, εις την διαχείρισιν των τροφίμων από τους αξιωματικούς και τα όργανα υπηρεσίας, αίτινες επανειλημμένως έχουν αναφερθεί εις τους ανώτερούς μας, χωρίς να τεθεί τέρμα (Μακρόνησος: Ιστορικός τόπος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 117)
Ετυμολογία
τρόφιμο < ελληνιστική κοινή τρόφιμα (πληθυντικός του τρόφιμον) < ουδέτερο, αρχαία ελληνική τρόφιμος (θρεπτικός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρόφιμο | τρόφιμα |
| Γενική | τροφίμου / τρόφιμου | τροφίμων |
| Αιτιατική | τρόφιμο | τρόφιμα |
| Κλητική | τρόφιμο | τρόφιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →