τρύγος
•
- γενικότεραη συγκομιδή των σταφυλιών από το αμπέλι Βικιλεξικό
- ειδικότεραη συλλογή μελιού ή κερύθρας από κυψέλη Βικιλεξικό
- σπάνιοη συγκομιδή φρούτων γενικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τρύγος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τρύγος < αρχαία ελληνική τρύγη (θέρισμα σταφυλιού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρύγος | τρύγοι |
| Γενική | τρύγου | τρύγων |
| Αιτιατική | τρύγο | τρύγους |
| Κλητική | τρύγε | τρύγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →