τρύπωμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρυπώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τρυπώνω Βικιλεξικό
- διαφορετικά είδη ραφής: τρύπωμα, κρυφοβελονιά, για κουμπότρυπα, κρυφό στρίφωμα, καρίκωμα (Μαθήματα Ραπτικής, ανακτήθηκε στις 28/2/2024 https://goupatou.gr/mathimata-raptikis/)
Ετυμολογία
τρύπωμα < τρυπώνω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τρύπωμα | τρυπώματα |
| Γενική | τρυπώματος | τρυπωμάτων |
| Αιτιατική | τρύπωμα | τρυπώματα |
| Κλητική | τρύπωμα | τρυπώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →