Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τρώγομαι

/ˈtɾo.ɣo.me/ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω Βικιλεξικό
  2. για φαγητόπαθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω Βικιλεξικό
    • οι καρποί συτού του άγνωστου δέντρου φαίνονταν ωραίοι αλλά δεν ξέραμε αν τρώγονται
    • είμαι αρκετά (όχι όμως πάρα πολύ) νόστιμος
  3. παθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω Βικιλεξικό
    • αυτός ο άνθρωπος δεν ξέρει τι θέλει, όλο τρώγεται με τα ρούχα του
  4. αλληλοπαθητικόπαθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω Βικιλεξικό
    • γιατί τρώγεστε μεταξύ σας;
    • ειναι θλιβερό να βλέπεις αυτά τ' αδέρφια να τρώγονται διαρκώς μεταξύ τους

Ετυμολογία

Άλλοι τύποι

φαγωθώφαγωμένοςφαγώθηκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →