τρώγομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω Βικιλεξικό
- για φαγητόπαθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω Βικιλεξικό
- οι καρποί συτού του άγνωστου δέντρου φαίνονταν ωραίοι αλλά δεν ξέραμε αν τρώγονται
- είμαι αρκετά (όχι όμως πάρα πολύ) νόστιμος
- παθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω Βικιλεξικό
- αυτός ο άνθρωπος δεν ξέρει τι θέλει, όλο τρώγεται με τα ρούχα του
- αλληλοπαθητικόπαθητική φωνή του ρήματος τρώ(γ)ω Βικιλεξικό
- γιατί τρώγεστε μεταξύ σας;
- ειναι θλιβερό να βλέπεις αυτά τ' αδέρφια να τρώγονται διαρκώς μεταξύ τους
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
φαγωθώφαγωμένοςφαγώθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →