τρώθηκα
•
- μεταφορικάδέχτηκα ισχυρό πλήγμα, μειώθηκε το κύρος μου Βικιλεξικό
- παρωχημένη σημασίαπληγώθηκα, τραυματίστηκα Βικιλεξικό
- 1868 ⌘ Κωνσταντῖνος Σάθας, Νεοελληνικὴ Φιλολογία, Λουκὰς Νοταράς
Ετυμολογία
τρώθηκα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐτρώθην, παθητικός αόριστος του τιτρώσκω με κατάληξη -ηκα και αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος για προσαρμογή στην κοινή νεοελληνική
Άλλοι τύποι
τρωθεί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →