τρώω τα λυσσακά μου
•
- προφορικόχρησιμοποιώ επίμονα, με μανία κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο για να πετύχω το σκοπό μου Βικιλεξικό
- Πῆγα στὸν Πειραιά, μέσα στὴν τρομοκρατία, ὁ Μανιαδάκης εἶχε φάει τὰ λυσσακά του νὰ μὲ τσιμπήσει· πουθενά.
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Νεοελληνική Μυθολογία, αρχική δημοσίευση: (2016), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601668079, @google.gr/books
Ετυμολογία
τρώω τα λυσσακά μου < → δείτε τις λέξεις τρώω, τα, λυσσακά και μου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →