τρώω φλασιά
•
- απότομα κολλά κάπου το μυαλό μου, αποφασίζω-θυμάμαι-επιθυμώ κάτι, σκαλώνω Βικιλεξικό
- τρώω φλασιά καθώς το ταξί τσουλάει κάτω τη Συγγρού για Νέα Σμύρνη, του είπα του τάξιμαν από Κυψέλη να με πάει σπίτι (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
τρώω φλασιά < τρώω + φλασιά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →