τσάγια
•
- αργκόγεια, αντίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσάγια < γραφή τσάγεια < συμφυρμός των τσά(ο) + γεια, με απλοποίηση της γραφής ⟨ει > ι⟩ κατά τον πληθυντικό τα τσάγια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
τσάγια < γραφή τσάγεια < συμφυρμός των τσά(ο) + γεια, με απλοποίηση της γραφής ⟨ει > ι⟩ κατά τον πληθυντικό τα τσάγια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →