τσάι κομπλέ
•
- παρωχημένοτσάι με πλήρη συνοδευτικά (κέικ ή ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα) Βικιλεξικό
- τοῦ ἔδωσαν τό καλύτερο δωμάτιο, καί τσακίστηκαν νά τοῦ φέρουν τό τσάϊ κομπλέ πού ἐζήτησε (Μ. Καραγάτσης, Στρατής Πασχάλης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης διηγήματα - νουβέλες, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2000, σελ. 407)
- Τό εἰσιτήριο εἰσόδου περιλάμβανε καί τσάι κομπλέ, ο Αλέκος ὅμως ἤθελε να κάμει επίδειξη καί παρήγγειλε δύο ουίσκι γιά μᾶς καί βερμούτ γιά τίς κοπέλες. (Γεώργιος Ιωάννου Ράλλης, Κοιτάζοντας πίσω, εκδ. Ερμείας, 1993, σελ. 174)
- Ο Ζάκι παρήγγειλε δυο τσάγια κομπλέ (με κέικ) (Αλ-Ασουάνι Αλάα, Το Μέγαρο Γιακουμπιάν, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πατάκης, 2016)
- Η Ελένη ζήτησε καφέ με γάλα, και η Σοφία τσάι κομπλέ, με βούτυρο και μαρμελάδα, έναν παριζιάνικο συνδυασμό. (Richard Reinhardt, Οι στάχτες της Σμύρνης, μεταφραστής Σπύρος Θεοδωρόπουλος, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1992, σελ. 34-43 https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/education/urban/item.html?iid=3128)
Ετυμολογία
τσάι κομπλέ < τσάι + κομπλέ < thé complet
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →