τσάκισμα
•
- η συνέπεια του τσακίζω Βικιλεξικό
- κτύπημα, δίπλωση, τραυματισμός Βικιλεξικό
- αλλαγή φωνητικού τόνου Βικιλεξικό
- χορευτική φιγούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσάκισμα < τσακίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσάκισμα | τσακίσματα |
| Γενική | τσακίσματος | τσακισμάτων |
| Αιτιατική | τσάκισμα | τσακίσματα |
| Κλητική | τσάκισμα | τσακίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →