τσάκνο
•
- οικείοξερό κλαδάκι ή φλούδα κλαδιού Βικιλεξικό
- οικείοπολύ αδύνατο παιδάκι (ή ανθρώπινο μέλος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσάκνο < μεσαιωνική ελληνική τσάκνον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσάκνο | τσάκνα |
| Γενική | τσάκνου | τσάκνων |
| Αιτιατική | τσάκνο | τσάκνα |
| Κλητική | τσάκνο | τσάκνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →